ἀμφασίη

ἀμφασίη
Grammatical information: f.
Meaning: (ἐπέων) `speechlessness' (Ρ 695 = δ 704)
Origin: OK
Etymology: Equivalent of ἀφασίη (E.) from ἄφατος (φημί), with ἀμ- indicating length, Chantraine Gr. hom. 99. Perhaps after ἀμβροσίη.
Page in Frisk: 1,98

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμφασίη — ἀμφασίη, η (Α) επικός τύπος αντί τού αφασία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμ , όπου το μ θεωρείται ως μετρική παρέκταση τού ἀ + φασίη ( ία) < φατος < φατὸς < θ. φᾰ τού φημί] …   Dictionary of Greek

  • ἀμφασίη — speechlessness fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφασίῃ — ἀμφασίη speechlessness fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφασίην — ἀμφασίη speechlessness fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφασίης — ἀμφασίη speechlessness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφασία — ἀμφασίᾱ , ἀμφασίη speechlessness fem nom/voc/acc dual ἀμφασίᾱ , ἀμφασίη speechlessness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφασίαν — ἀμφασίᾱν , ἀμφασίη speechlessness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.